διανέμοντας

διανέμω
in D.
pres part act masc acc pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Κωνστάντιος — I (; – Κωνσταντινούπολη 1743). Άγιος της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας, ρωσικής καταγωγής. Η μνήμη του τιμάται στις 26 Δεκεμβρίου. II Όνομα δύο πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως. 1. Κ. Α’ (Κωνσταντινούπολη ; – 1859). Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1830… …   Dictionary of Greek

  • Χάου, Σάμιουελ — (Howe, 1801 – 1876). Αμερικανός φιλλέληνας. Μόλις άρχισε η Επανάσταση, και αφού πήρε το πτυχίο του γιατρού, έσπευσε να έλθει στην Ελλάδα όπου κατατάχθηκε στον επαναστατικό στρατό και υπηρέτησε επί 6 χρόνια ως εθελοντής γιατρός. Στο Μεσολόγγι… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.